| Επισκόπηση της ιστορίας της Καλύμνου |
|
Η Κάλυμνος βρίσκεται στο νοτιοανατολικό Αιγαίο Πέλαγος, ανάμεσα στην Κω, τη Λέρο και τη Μικρά Ασία. Αποτελεί το τέταρτο σε έκταση και το τρίτο σε πληθυσμό νησί του νομού Δωδεκανήσου. Η επιφάνειά της είναι 109,67 τ. χλμ., ενώ το μήκος των ακτών φτάνει τα 96 χλμ. Πρόκειται για κατ' εξοχήν ναυτικό νησί, η ιστορία, ο πολιτισμός και η λαϊκή παράδοση του οποίου σχετίζονται άμεσα με τη θάλασσα. Η αρχική ονομασία του νησιού ήταν Καλύδνα.
Ο Απόλλωνας ήταν ο προστάτης θεός της Καλύμνου, ενώ το Ιερό του υπήρξε το πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο της, καθ' όλη την αρχαιότητα, από τις αρχές της 1ης π. Χ. χιλιετίας έως και τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες. Τον 6ο π. Χ. αιώνα η Κάλυμνος κόβει αργυρά νομίσματα, στα οποία εικονίζεται κεφάλι γενειοφόρου κρανοφόρου πολεμιστή στον εμπροσθότυπο και η λύρα του θεού Απόλλωνα στον οπισθότυπο. Κατά τη διάρκεια των Περσικών Πολέμων (αρχές 5ου π. Χ. αιώνα) το νησί τελεί υπό την κατοχή των Περσών και της βασίλισσας Αρτεμισίας της πρεσβύτερης, έως ότου απελευθερώνεται με τη βοήθεια του αθηναϊκού στόλου. Κατόπιν προσχωρεί στην Α' και αργότερα (αρχές 4ου αι.) στη Β' Αθηναϊκή Συμμαχία. Στη συνέχεια περνά στην κατοχή του Μαυσώλου και των Περσών, από τους οποίους απελευθερώνεται από το στόλο του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Κατά τον 3ο π. Χ. αιώνα η Κάλυμνος ξανακόβει αργυρά και χάλκινα νομίσματα, τα οποία φέρουν στον εμπροσθότυπο κεφάλι αγένειου κρανοφόρου πολεμιστή και στον οπισθότυπο κιθάρα. Κατά τους ελληνιστικούς χρόνους το νησί συχνά εμπλέκεται στους εξοντωτικούς αγώνες ανάμεσα στους διαδόχους του Αλεξάνδρου, λόγω της γεωγραφικής θέσης του. Την εποχή αυτή μάλιστα οικοδομούνται σε διάφορα σημεία της Καλύμνου οχυρά και φυλακεία, για την προστασία των κατοίκων, λόγω των ασταθών κοινωνικοπολιτικών συνθηκών της εποχής. Στα τέλη του 3ου π. χ. αιώνα η Κάλυμνος και η γειτονική νήσος Κως συνενώνονται υπό το κοινό πολιτειακό καθεστώς της Ομοπολιτείας. Κατά την περίοδο της ρωμαιοκρατίας η Κάλυμνος ανήκει στην Επαρχία των Νήσων. Ο Χριστιανισμός διαδίδεται ενωρίς στο νησί, λόγω της γειτνίασής του με τις μικρασιατικές ακτές. Κατά την Παλαιοχριστιανική Εποχή οικοδομούνται πολλές και μεγάλες χριστιανικές εκκλησίες, οι οποίες κοσμούνται με πολύχρωμα ψηφιδωτά. Ο φοβερός σεισμός του έτους 554 μ. Χ., πέρα από τις άλλες επακόλουθες καταστροφές, προκαλεί καταβύθιση της περιοχής ανάμεσα στην Κάλυμνο και την Τέλενδο, η οποία και διαμορφώνεται τελικά σε νησί. Οι επιδρομές των Αράβων, στα μέσα του 7ου αιώνα, ερημώνουν τους παραθαλάσσιους οικισμούς, αναγκάζοντας τους κατοίκους να καταφύγουν σε ορεινές περιοχές, τις οποίες και οχυρώνουν. Είναι η εποχή, κατά την οποία δημιουργούνται οι οικισμοί του Αγίου Κωνσταντίνου και της Γαλατιανής. Κατά τους μεσοβυζαντινούς χρόνους Κατά την Ιπποτοκρατία η Κάλυμνος, η Κως, η Νίσυρος και η Λέρος αποτελούν ενιαία διοικητική μονάδα, υπό τη διακυβέρνηση ενός Ιππότη. Στα μέσα του 15ου αιώνα, κτίζεται το Κάστρο της Χρυσοχεριάς, ενώ στα τέλη του ίδιου αιώνα επισκευάζεται και επεκτείνεται το Κάστρο της Χώρας. Αντιπροσωπευτικά θρησκευτικά μνημεία της εποχής είναι τα δέκα εκκλησάκια στο εσωτερικό του Κάστρου της Χώρας, με μεταβυζαντινής τεχνοτροπίας τοιχογραφίες. Στις αρχές του 1523 οι Ιππότες φεύγουν από τα Δωδεκάνησα, τα οποία στη παραδίδονται στα χέρια των Τούρκων του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς. Η τουρκική παρουσία στην Κάλυμνο είναι χαλαρή κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας και γι' αυτό δεν οικοδομήθηκαν ποτέ θρησκευτικά ή κοσμικά τουρκικά αρχιτεκτονήματα στο νησί. Από τις αρχές του 18ου αιώνα αρχίζει σταδιακά να κτίζεται ο οικισμός της Χώρας, στις υπώρειες του Κάστρου της Χώρας. Στα τέλη του 18ου αιώνα οικοδομείται η μεγάλη εκκλησία της Παναγίας Κεχαριτωμένης στο κέντρο της Χώρας. Γύρω στα 1850 οργανώνεται το λιμάνι της Πόθιας, η νέα πρωτεύουσα του νησιού. Το 1912 η Κάλυμνος περνά στην ιταλική κατοχή, η οποία διαρκεί ως το 1943. Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 κτίζονται τα δύο μεγάλα οικοδομήματα, του Επαρχείου και του Δημαρχείου, που κοσμούν την παραλιακή ζώνη. Κατά την περίοδο 1943 - 1945 το νησί τελεί υπό γερμανική κατοχή. Μετά τη λήξη του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου ενσωματώνεται, μαζί με τα υπόλοιπα νησιά της Δωδεκανήσου, επίσημα και οριστικά στα όρια του ελληνικού κράτους, στις 7 Μαρτίου του 1948. Η νεότερη ιστορία της Καλύμνου συνδέθηκε ιδιαίτερα με την αλιεία, την επεξεργασία και το εμπόριο του σφουγγαριού. Μάλιστα μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο η Κάλυμνος παραμένει η μοναδική ελληνική σπογγαλιευτική δύναμη, με εξαγωγές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, έτσι που να είναι μέχρι σήμερα γνωστή ως το Νησί των Σφουγγαράδων. ΑΞΙΟΛΟΓΟΤΕΡΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΚΑΛΥΜΝΟΥ Ιερό Δηλίου Απόλλωνα Πρόκειται για το πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο της αρχαίας Καλύμνου. Εδώ υπήρχαν λατρευτικά και πολιτικά κτίρια, όπως ναοί του Απόλλωνα και του Ασκληπιειού, θέατρο, βουλευτήριο, γυμνάσιο (γυμναστήριο), επιγραφές, αφιερώματα, αγάλματα θεών και ανδριάντες θνητών. Εκκλησία Παναγίας Χαριτωμένης στον οικισμό της Χώρας Πρόκειται για την αρχική μητρόπολη του νησιού. Κτίστηκε στα τέλη του 18ου αιώνα, με οικοδομικό υλικό αρχαία και παλαιοχριστιανικά αρχιτεκτονικά μέλη από τον χώρο του Ιερού του Δηλίου Απόλλωνα, τα οποία και είναι εμφανή. ΜΟΥΣΕΙΑ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ Με την «Κυρά της Καλύμνου» να αποτελεί σημείο αναφοράς για τους επισκέπτες του από τώρα και στο εξής, λειτουργεί από το 2009 το νέο Αρχαιολογικό Μουσείο της Καλύμνου. Αρχαιότητες από την Προϊστορική ως και τη Μεταβυζαντινή εποχή περιλαμβάνονται στα εκθέματα, παρουσιάζοντας διαχρονικά την ιστορία του νησιού σε διάρκεια χιλιετιών. Και αν η χάλκινη κολοσσιαία γυναικεία μορφή που «αναδύθηκε» από τη θαλάσσια περιοχή της Καλύμνου αποτελεί τον έναν πόλο του ενδιαφέροντος, ο μεγάλος αριθμός γλυπτών αναθημάτων στο ιερό του Δηλίου Απόλλωνος και ένα τεράστιο λατρευτικό άγαλμα του Ασκληπιού βρίσκονται στον αντίποδα. Ανάμεσά τους χάλκινα και μαρμάρινα γλυπτά, εξαιρετική κεραμική, νομίσματα, κοσμήματα, εικόνες και χειρόγραφα της Βυζαντινής εποχής και πολλά άλλα. Εδώ εκτίθενται αντικείμενα σχετικά με το επάγγελμα της σπογγαλιείας και της ναυτικής ιστορίας της Καλύμνου. Ιδιωτικό Λαογραφικό Μουσείο «Το Καλύμνικο Σπίτι». με αντικείμενα λαϊκού πολιτισμού και οικοσκευής παλαιών νοικοκυριών. Ιδιωτικό Μουσείο, που περιλαμβάνει εκθέματα από το θαλάσσιο βασίλειο και πλήθος αρχαίων εμπορικών αμφορέων από ναυάγια. KOIΛΑΔΑ ΒΑΘΥ Η κοιλάδα του Βαθύ βρίσκεται σε απόσταση 11 χιλιομέτρων βορειοανατολικά της πρωτεύουσας της Καλύμνου Πόθιας. Περικλεισμένη καθώς είναι από τα ψηλά βουνά της μέσης και βόρειας οροσειράς του νησιού, συνιστά μία ξεχωριστή, αυτόνομη γεωγραφικά ενότητα, γεγονός που καθόρισε και τη διαχρονική, ιστορική - πολιτιστική εξέλιξή της. Τις απαραίτητες προϋποθέσεις ανάπτυξης του Βαθύ εξασφάλισαν αφ' ενός οι γόνιμες εκτάσεις του και αφ' ετέρου το ασφαλές λιμάνι της Ρίνας, στην ανατολική έξοδο της κοιλάδας, απέναντι ακριβώς από τις ακτές της Μικράς Ασίας. Ο συνδυασμός των παραπάνω ευνοϊκών συνθηκών και κατάλληλων προϋποθέσεων επέτρεψε από τα πανάρχαια χρόνια στους ανθρώπους να κατοικήσουν με ασφάλεια την περιοχή του Βαθύ, να ασχοληθούν με τη γεωργία, την κτηνοτροφία, αλλά και με τη θάλασσα. Τη μεγαλύτερη ακμή της η περιοχή γνωρίζει κατά την Παλαιοχριστιανική Εποχή. Τότε ο Βαθύς κατοικείται σε ολόκληρη την έκτασή του, κατά οικισμούς και κώμες. Ο μεγαλύτερος και πολυπληθέστερος οικισμός απλώνεται γύρω από τη Ρίνα, το λιμάνι της περιοχής. Στο νότιο μάλιστα τμήμα του παλαιοχριστιανικού οικισμού, στη θέση Ελληνικά, διατηρούνται σε αρκετά καλή κατάσταση, επιβλητικά οικοδομήματα. Οι έξι μάλιστα από τις δεκατρείς μεγάλες παλαιοχριστιανικές βασιλικές του Βαθύ βρίσκονται εντός του οικισμού της Ρίνας. Από τα αξιολογότερα μνημεία του Βαθύ είναι: Το ελληνιστικό οχυρό στη θέση Έμπολας, έργο του τέλους 4ου-αρχές 3ου π. Χ. αιώνα και η επιβλητική παλαιοχριστιανική βασιλική του 6ου μ. Χ. αιώνα, κτισμένη με οικοδομικό υλικό από το αρχαιότερο οχυρό. Το οχυρό αποσκοπούσε στην προστασία των κατοίκων της κοιλάδας, κατά τη διάρκεια επιδρομών. Το επιβλητικό ελληνιστικό φυλακείο «Φυλακές», έργο σύγχρονο με το οχυρό του Έμπολα, κτισμένο στο ενδιάμεσο της απόστασης Έμπολας - λιμάνι Ρίνας Βαθύ. Αυτό λειτουργούσε ως φυλάκιο-φρυκτωρία, το οποίο ειδοποιούσε σε περίπτωση κινδύνου το μεγάλο οχυρό. Ο παλαιοχριστιανικός οικισμός Ελληνικά στο λιμάνι της Ρίνας. Πρόκειται ίσως για τον καλύτερα διατηρημένο παλαιοχριστιανικό οικισμό του ελλαδικού χώρου, καθώς τα οικοδομήματα σώζονται σε εντυπωσιακή κατάσταση, μέχρι το ύψος της στέγης τους σε ορισμένες περιπτώσεις. Ο βυζαντινός ναός της Παναγιάς Κυρά-Χωστής με τις θαυμάσιες τοιχογραφίες του, οι οποίες χρονολογούνται από τον 10ο μέχρι τον 14ο αιώνα. ΝΗΣΙΔΑ ΤΕΛΕΝΔΟΣ Η νησίδα Τέλενδος βρίσκεται σε απόσταση μόλις 750 μ. από τις δυτικές ακτές της Καλύμνου. Κατά την αρχαιότητα η Τέλενδος ήταν πιθανότατα ενωμένη με την Κάλυμνο. Η Παλαιοχριστιανική Περίοδος αποτελεί την εποχή της μεγαλύτερης ανάπτυξής της, όπως υποδηλώνει το πλήθος των μνημείων, που διατηρούνται κυρίως στις ανατολικές ακτές της Τελένδου (ερείπια οικημάτων, έξι ναοί, τρία λουτρά, υπέργειοι καμαροσκεπείς τάφοι), όπου και απλωνόταν πολυάνθρωπος οικισμός. Η μεγάλη ανάπτυξη της περιοχής οπωσδήποτε σχετίζεται με τη θάλασσα, καθώς φαίνεται, ότι εδώ υπήρχε ευπρόσιτος και ασφαλής λιμένας, που εξυπηρετούσε τη διεξαγωγή του εμπορίου. Εξαιτίας του ισχυρού σεισμού του 554 μ. Χ., τον οποίο περιγράφει με ιδιαίτερη γλαφυρότητα ο ιστορικός Aγαθίας, η ενδιάμεση περιοχή Καλύμνου - Τελένδου παθαίνει καθίζηση και καταβυθίζεται. Αιώνιοι μάρτυρες του γεγονότος αυτού είναι τα καταποντισμένα κτίσματα στις ανατολικές ακτές της Τελένδου και στο βυθό του θαλάσσιου διαύλου Τελένδου - Καλύμνου. Ο σεισμός και η επακόλουθη της περιοχής τεκμηριώθηκε επιστημονικά με τις πρόσφατες αρχαιολογικές ανασκαφές στην Τέλενδο από την 4η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Γύρω στα μέσα του 7ου αιώνα οι κάτοικοι της Τελένδου, εξαιτίας των θαλάσσιων επιδρομών των Αράβων, εγκαταλείπουν τα παράλια και μετοικούν στο βόρειο ορεινό και δυσπρόσιτο τμήμα του νησιού, όπου και δημιουργούν τον οχυρωμένο οικισμό του Αγίου Κωνσταντίνου. Στα τέλη του 10ου μ. Χ. αιώνα, μετά τις καθοριστικής σημασίας νίκες των Βυζαντινών κατά των Αράβων και την απελευθέρωση του θαλάσσιου χώρου της ανατολικής Μεσογείου, παρατηρείται επανακατοίκηση των παραλίων της Τελένδου. Αργότερα, λόγω των τουρκικών επιδρομών, η Τέλενδος εγκαταλείπεται εντελώς, για να επανακατοικηθεί στα νεότερα χρόνια, επί της περιόδου της Τουρκοκρατίας, οπότε και χρησίμευσε η γη της για καλλιέργειες σιτηρών. Από τα αξιολογότερα μνημεία της Τελένδου είναι: Η επιβλητική παλαιοχριστιανική βασιλική του Αγίου Βασιλείου, η οποία οικοδομήθηκε στα τέλη του 5ου - αρχές 6ου μ. Χ. αι., καταστράφηκε από τον σεισμό του 554 και επισκευάστηκε στη συνέχεια. Πρόκειται για τον μεγαλύτερο χριστιανικό ναό της Καλύμνου. Η παλαιοχριστιανική νεκρόπολη με τους καμαροσκέπαστους τάφους. Πρόκειται για οικογενειακά ταφικά κτίσματα, εύπορων οικογενειών της περιοχής. Ο οχυρωμένος βυζαντινός οικισμός του Αγίου Κωνσταντίνου. Εξαιτίας των αραβικών επιδρομών τον 7ο αιώνα οι κάτοικοι της περιοχής εγκαταλείπουν τον παραθαλάσσιο οικισμό και μετοικούν εδώ, όπου δημιουργούν ένα εκτεταμένο οικισμό, με πολλές οικίες, δημόσιες και ιδιωτικές υδατοδεξαμενές και ένα ναό, αφιερωμένο στους αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη. |
Ο Καιρός στην Κάλυμνο
16°C
Κάλυμνος
: 82%
: 11 /
-
23°C 15°C
-
21°C 16°C
-
21°C 17°C
-
23°C 19°C

πρωτοκατασκευάζεται το Κάστρο της Χώρας, προκειμένου να προστατευθούν οι κάτοικοι της Καλύμνου από πειρατικές επιδρομές. Οι βυζαντινοί ναοί του νησιού, αν και μικροί σε μέγεθος, ξεχωρίζουν για την υψηλή ποιότητα του τοιχογραφικού διακόσμου τους, έργο σημαντικών αγιογράφων. Στις αρχές του 14ου αιώνα η Κάλυμνος, μαζί με τα περισσότερα νησιά της Δωδεκανήσου, περνά στην κυριαρχία των Ιπποτών του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη, οι οποίοι έχουν την έδρα τους στη Ρόδο.